δυο ποτηρακια ρακη


Κάθησε. Κάθησε να σου βάλω κάτι να πιεις. Είπε καθώς σέρβιρε τη ρακί σε δυο μικρά ποτήρια, και αυτός, αυτή, έπαιρνε τη καρέκλα και την προσάρμοζε λίγο πιο έξω απ'το τραπέζι.
Δε θέλω να ξεχαστώ αυτή τη φορά, είπε, μα θέλω να θυμηθώ. Να θυμηθώ, όσα έκανα, όσα άφησα να μου κάνουν.. όσα είδα και όσα άφησα να δω, μα και αυτά που δεν άφηνα τον εαυτό μου να δει τόσα χρόνια.
Κατεβάζει σχεδόν με μια γουλιά και συνεχίζει. Εδώ που έφτασα, αναρωτιέμαι.. πως είναι δυνατόν να περιφέρω τόσα χρόνια, ένα σώμα δίχως ψυχη; Αναρωτιέμαι.. Γιατί ειναι άλλο να πονάς και άλλο να υπομένεις, μα άλλο ακόμα και να ξεχνάς, με τη θέληση σου, μπροστά στα ιδια τα μάτια που σε κοιτάνε στον καθρέφτη. Αυτό πως τολμάς να το κάνεις; Ενώ τα βλέπεις να σε κοιτάνε με απορία καμιά φορά , συνεχίζεις να λες ψέμματα, και να κινάς για τόπου μακρινούς, για αναζητήσεις, πιο μακρινές..
30 χρόνια πέρασαν τόσο γρηγορα.. θυμάσαι πότε γνωριστήκαμε, καλά καλά δεν ήξερα να .. περνάν τα χρόνια .. περναν

και τώρα τι τα μελετάς αυτά βρε; Τι σ'έπιασε μες τη νύχτα; Πες μου.
Περναν..
τα μαλλιά κοίτα μόνο πως άσπρισαν τόσο γρήγορα
Και εμείς ακόμα να μιλήσουμε..
Ακόμα
Ακόμα;
Ακομα..

Το κερί τρεμοπαίζει, το παραθύρι χτυπάει σιγά σιγά με τον αέρα που πηγαινοέρχετε και η σκέψη έρχετε και χάνετε.
30 χρόνια τώρα το ίδιο πράμα, προσπαθώ να θυμηθώ μα δε μπορώ, προσπαθω να ακουσω μα φωνή δε βγαίνει, να'ξερα τι να σημαινει.. Θεώρησα ότι φταίω εγώ , ότι δεν είμαι καλός ακροατής..

Κεραυνός ξεσπάει βροχή έξω
ξεσπαει και αυτός σε κλάματα, ήσυχα όμως, σιωπηλά κυλάει το ποτάμι στα μάγουλά του, και το βλέμμα ήσυχο χωρίς μεγάλες εκφράσεις. Ξέρει τι λέει και ας μη μιλάει τη μιλιά των ανθρώπων.. έχει τη δική του μιλιά.

Βγαίνει έξω για λίγο να κοιτάξει τον ουρανό, χωρίς να το πολυσκεφτεί.. Έχει μεγάλο φεγγάρι..
Μεγάλη τιμή μου κάνεις που ήρθες εδώ σε μένα, να μιλήσεις, να με εμπιστευτείς. Σ'ευχαριστώ.

Είναι δύσκολη η ώρα
μα πρέπει να φύγεις σε λίγο,
σε καλούν
Ίσως να πας για έναν περίπατο.
Ναι. Θα πάω για ένα μακρύ περίπατο.
Θα περπατήσω ώρα, μέχρι να θυμηθώ. Φαίνεται ότι μόνο ο εαυτος μου πρέπει να ναι ο μοναδικός ακροατής της ιστορίας ετούτης.
Καλή τύχη λοιπόν. Καλό δρόμο. Και αν κουραστείς να μου ξαναχτυπήσεις την πόρτα. Η πορτα αυτή θα είναι ανοιχτή για σένα. Να μην ανησυχεις. Αν και ζεις την δική σου ανησυχία. Να θυμάσαι όμως η ανησυχία είναι η αρχή , είναι αυτο που θα σου δώσει την αλλαγή που ελπίζεις, σαν ο καλός αγρότης ξερει πότε να σπειρει και πότε να θερίσει, έτσι και συ, κοίτα καλά και με υπομονή και θα δεις το κάθε βήμα λίγο πριν το περπατησεις.

Αντε καλό δρόμο.

Και κίνησε το δρόμο τούτο τον σκοτεινό. μα με ελπίδα και όρεξη. Και τότε άρχισε να του μιλάει εκείνη η φωνή που είχε σιωπήσει χρόνια, γιατί τότε φαίνεται ήταν έτοιμος να ακούσει, τότε τόλμησε να πάρει τον δρόμο του μοναχός.
στα δικά του βήματα. και του μίλαγε τόσο που τον συνεπήρε και γρήγορα τον βρήκε η αυγή στην άκρη κάποιας λίμνης να αγναντεύει. Και τότε είπε να ξαποστάσει. Η ζεστασιά του ήλιου τον αποκοίμησε γλυκά κάτω από ένα δέντρο.
Ευγενικό το δέντρο τον άφησε να ξαποστάσει κοντά του και τον ηρέμησε με τη μυρωδιά του. Και έτσι αυτός θα μπορούσε πια να ξεκουραστει.
Και είδε όνειρο γλυκό απτα παιδικά του χρόνια, από κείνους τους γλυκούς ύπνους του μεσημεριού, τα φρούτα του καλοκαιριού, αρώματα, παιχνίδια, τρεξιμο στη παραλια και παρατηρηση των συννέφων που άλλαζαν κάθε λεπτό.
Τέτοια έβλεπε όταν τον ξύπνησε ..


28.9.2015

Comments

Popular Posts