Πως ο Φιαρς, έγινε Ντον φιντ δε φιαρς και τον καταβρόχθισε η μεγαλη σιωπη.


Ο Δον Φιντ Δε Φιαρς,
Ηταν ενας κυριος, ενας Δον, πολυ δυνατος, γεναιος, μπροσταρης!

Δεν ηταν ιδιαιτερα μεγαλοσωμος, αλλα ηταν τοσο γεναιος, που ολοι τον νομιζαν μεγαλυτερο απο το υψος του, καθώς το ύψος του δεν το προσέδιδαν οι φυσικές του διαστάσεις αλλά οι ψυχικές!

Μάλιστα θα νόμιζε κανείς ότι ηταν τόσο ψηλόσωμος και μεγαλόσωμος, που δε θα μπορουσε να χωρεσει σε ενα δωματιο, αλλά κατα κάποιο τρόπο μπορούσε να χωρέσει παντού, αρκεί να υπήρχε έστω μια ευγενική καρδιά που θα τον καλέσει.
Ο Δον Φιντ Δε Φιαρς, ένιωθε μέσα του το κάλεσμα κάθε φωνής όσο σιγανής και να ήτανε ακόμα και σιωπηλής αν ερχόταν από καρδιάς!
Αμα οι φωνές ήταν του μυαλού, όσο θορυβώδεις και να ήτανε, δεν τις άκουγε!
Ήταν πραγματικά κουφός στις φωνές του μυαλού, της αμφιβολίας, της καχυποψίας, της λανθασμένης φαντασίας,  Γιατί άκουγε πλέον με ένα άλλο όργανο και όχι τα αυτιά του, άκουγε με το σώμα και την καρδιά του.
Έτσι κανείς δεν μπορούσε να τον ξεγελάσει ή να του πει ψέμματα, να τον τρομάξει, η να τον μπερδέψει, για τον ποιος είναι.

Βέβαια, ο Δον δεν ήταν παντα έτσι, αλλά έκανε ενα ολόκληρο ταξίδι για να φτάσει σε τέτοια επίπεδα ακοής!

Αρχικά ο Δον λεγόταν απλά Φίαρς. Έτσι τον γνώριζαν όλοι, και η μητέρα του, και το σχολείο του και οι δάσκαλοι του. Αν τον έβλεπαν σήμερα δεν θα τον αναγνωριζαν.
Ο Φιαρς, δε φτάνει που ήταν μικροκαμωμένος, από την αντίδραση στο φόβο του, γινόταν ακόμα πιο μικρός!
Τόσο που δεν τον ξεχώριζες από τη σκιά του, που φαινόταν τότε να έχει το πάνω χέρι.
Έτσι, περπατούσε ανάποδα, και έβλεπε μόνο τη σκιά του και νόμιζε ότι είναι το σωστό, αφού έτσι τον είχανε μάθει.

Ο Φίαρς φοβότανε κυριολεκτικά τα πάντα!
Φοβόταν τους συμμαθητές, το μπαμπά, τη μαμά, τους δασκάλους, τον περιπτερά, τις γάτες, τους σκύλους, τις αραχνες, τα φαντάσματα, το φαγητό, την κίνηση στους δρόμους, τα αεροπλάνα, τα ταξιδια, τα συναισθήματα, τις σκέψεις, την ανησυχία, τα μυρμήγκια και τα σαλιγκάρια. Τις χελώνες, ότι έχει στόμα, και δόντια, και νύχια, τους τοίχους, τα λόγια, το σκοτάδι, τα φυτά και ... τη σκια του..!

Πως μπορούσε έτσι να ζει με το να φοβάται τα παντα και να μεγαλωσει ο Φιαρς, είναι πραγματικά μια αξιόλογη ιστορία!

Καθώς ο Φίαρς ήταν τόσο φοβητσιάρης, πραγματικά δυσκολευόταν πολύ με τις αντιδράσεις του αυτές σε ότι έβλεπε, και ότι κινούνταν. Ήταν σα να ακούει συνεχώς μέσα του "Πρόσεχε!" "Πρόσεχε!" και να πεταγόταν σαν το ελατήριο από γωνιά σε γωνιά!

Καθώς περπατούσε μια μέρα ο Φίαρς, συνάντησε στο δρόμο μια πεταλούδα. Το όνομα της ήταν Δε.
και ενώ φοβόταν τα πάντα, αυτή η πεταλούδα του κίνησε κάπως το ενδιαφέρον και την πλησίασε για να τη γνωρίσει καλύτερα.
Έτσι έμαθε ο Φίαρς το πρώτο του μάθημα, ότι ο φόβος, εναλλάσσετε και αντικαθίσταται από το ενδιαφέρον και την γνήσια περιέργεια! Η πεταλούδα του είπε ακόμα ότι, όταν δεν μπορεί να αναποδογυρίσει το φόβο σε περιέργεια, μπορεί να τον ονομάσει! να πει Ο φοβος, έτσι ο φόβος που έχει όνομα, είναι λιγότερο φόβος από το φόβο χωρίς όνομα. Και μάλιστα να πει Ο φόβος Μου. Τότε μικραίνει ακόμα περισσότερο.  Πλέον, η πεταλούδα του είπε ότι, αφού το συνειδητοποίησε το μάθημα του, μπορεί να πάρει το όνομα της, και να τον φωνάζουν πλέον "Δε Φιαρς", με το όνομα της πεταλούδας μπροστά απ΄το δικό του.

Κάπως ενθουσιάστηκε ο Δε Φίαρς με την καινούρια του ανακάλυψη και λιγότερο σκυφτά και φοβισμένα πλέον, σχεδόν ευθυτενής συνέχισε τον περίπατο του, αναστηλωμένος!
Πρώτη φορά ένιωθε τέτοια ανακούφιση πλέον που με λιγότερο φόβο, η σκιά του μίκραινε, και μάλιστα, είχε περισσότερο χώρο να αναπνεύσει.

Στην πορεία συνάντησε ένα σκαντζοχοιράκι. Το σκατζοχοιράκι ήταν γεμάτο μυτερές άκρες, και αυτό φυσικά τον Δε Φίαρς, τον φόβισε, αλλά αυτή τη φορά θυμήθηκε: Αν δε μπορώ να είμαι περίεργος για αυτό που συναντώ, θα το ονομάσω. Τότε προσπαθεί να ονομάσει αυτό που βλέπει πρώτη φορά στη ζωή του, και έχει και μια μεγάλη έκπληξη για το τι μπορεί να είναι. Λέει λοιπόν: "Ο μεγάλος μυτερός στρογγυλός φόβος μου. "
Έπ! Λέει το σκαντζοχοιράκι. Όχι και μεγάλος! τόσο δα μικρός είμαι! και μάλιστα πεινάω πολύ. Μήπως έχεις κάτι να με ταίσεις; γιατί έχω ψωμολυσάξει.

Ο Δε Φιαρς έβγαλε από την τσέπη του ένα κουλούρι. Να πάρε, του είπε. Το σκαντζοχοιρακι που αυτοσυστήθηκε ως Φιντ, καταβρόχθισε αμέσως το κουλούρι, και ζήτησε, και άλλο, και άλλο, και αλλο. Κι άλλο!!
Ο Δε Φιαρς, άδειασε όλες τις τσέπες του, έδωσε οτι είχε μα ο Φιντ, πραγματικά ήταν αχόρταγος, και όσο έτρωγε μεγάλωνε, και μάλιστα, μεγαλωσε τόσο πολύ που η περιέργεια του Δε Φίαρς, άρχισε πάλι να μετατρέπεται σε φόβο. Ο Φιντ ήταν τόσο αχόρταγος, που όταν δεν έιχε πια τιποτα άλλο να τον ταίσει ο Δε Φίαρς, του είπε ότι θα φάει τον ίδιο, που μόλις το άκουσε το έβαλε στα πόδια.

Καθώς έτρεχε, και ίδρωνε, και όλο ετρεχε πιο γρήγορα και πιο γρήγορα, τα πόδια του δυνάμωναν, και ενώ στην αρχή του φαινόταν τρομερά δύσκολο να τρέξει, είχε πιάσει ένα ρυθμό με την ελάχιστη προσπάθεια είχε βρεθεί χιλιόμετρα μακριά από τον κίνδυνο. Μα πριν φύγει αρκετά μακριά, του είπε ο Φιντ ότι μπορεί να κρατήσει το όνομα του αφού η γνωριμία τους του φάνηκε ικανοποιητική.

Έτσι, ο Φιντ Δε Φιαρς, πλεον με δυνατα ποδια, και περιέργεια, περπατάει πιο ήρεμα, και άνετα. Προσπαθει να καταλάβει, τι συνέβει, και γιατι αυτος ο σκαντζοχοιρος  Φιντ πηρε τεραστιες διαστασεις, και δε χορταινε με τιποτα, οσα κουλουρια και να τον τάιζε, ενώ αυτός ο καημένος δεν είχε βαλει μπουκιά στο στόμα του και κατάφερε να τρέξει τόσο γρηγορα.

Καθώς ειχε φτάσει αρκετα μακρια απο τους θορυβους της πολης, σε ενα ηλιολουστο μονοπατι, με απλετο χώρο, ακουει καποιον να του μιλαει, μα δε βλεπει κανεναν χιλιομετρα μακρια.
Αυτό κι αν τον τρομαξε.
Ποιος είναι κει; ποιος μου μιλαει;
Εγώ είμαι, ο Δον! Λέει η φωνή από μεσα του. Περίμενα τοσο καιρο να με ακουσεις. Σου μιλαω πολλά χρνια τωρα, αλλα ήσουν απασχολημενος με τα τοσα εξωτερικα και τις σκεψεις που δεν σ'αφηναν να κοιταξεις εδω κατω.
-Μα που εισαι;
-Εδω κατω!! να κοιτα! εδω κατω!!! Οχι πάνω καλέ! Κατω!!
Εδω αναμεσα στα σπλάχνα σου. Ναι! Εδώ είμαι

Καλά ο Φιντ Δε Φιαρς, τα είχε παίξει για τα καλά πλέον. Αρχικα μια πεταλούδα που του μιλάει και τον διδασκει, ύστερα ένας σκαντζοχοιρος που μεταμορφωνεται σε αδηφαγο τέρας, και τωρα αυτο!
Μια φωνη  μεσα στα στηθη μου που λεει, οτι ειναι εδω χρονια και εγω δεν την ακουω γιατι κοιταω αλλου. Δηλαδη αυτα που κοιταω δεν ειναι αληθινα, και η φωνη ειναι; Δηλαδή εχω καποιον μεσα στα στηθια μου χρονια, και πως ζει εκει χωρις αερα!?

-Ηρεμα, ηρεμια, λεει ο Δον, αν κατσεις σε ησυχια, και αφησεις ολη την προσοχη σου να γυρισει πισω, τοτε θα σου τα πω ολα.
Τοτε ο Φιντ Δε Φιαρς, δεν είχε τι αλλο να κανει, σε αυτη την παράξενη μερα, που κρατησε χρονια, αλλά να κατσει ήσυχος και να ακουσει τον Δον, και ότι ειχε να του πει. Ο Δον δεν μιλαγε τη συνηθισμένη γλωσσα. και όσο καθόταν ησυχος, η προσοχη του ετρεφε το Δον, και η δυναμη του Φιντ Δε Φιαρς, επεστρεφε στο κεντρο του, και η ακοη του για τα εξωτερικα μικραινε, ενω για τα εσωτερικα μεγάλωνε, και έβλεπε τον Δον να μεγαλωνει σαν φλόγα.
Ο Δον σιγά σιγά, πηρε μεσα του, τον Φιντ, την Δε, και τον Φίαρς. και έτσι έγινε ο Δον Φιντ Δε Φιαρς, που δεν άκουγε παρά μόνο τη φωνή της καρδιας του, αφου είχε αποροφηθεί εντελώς πια, δεν έμεινε τίποτα για αυτα που δε χορταινουν ποτε, καθως ο Δον είχε χορτάσει για παντα, απο αυτη την ησυχια.


Καθως συνεχισε ετσι να υπαρχει για πολλά χρόνια, μοιράστηκε το ταξιδι του με πολλους, και εκει που κατοικουσε πλεον, μεσα στη σπηλια της καρδιας του που χώραγε και άκουγε τα πάντα, εκαιγε μια φωτια. Αυτή η φωτιά καταβροχθισε ολα τα ονοματα, και δεν εμεινε πλεον τιποτα, παρα μονο σιωπη. Η σιωπη που γενναει τα παντα.





20.11.2017




Comments

Popular Posts